«ΕΞΩΓΗΙΝΟΙ» ΟΙ ΚΟΥΡΗΤΕΣ ΤΗΣ ΚΡΗΤΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ;
Ο μύθος των Κουρητών είναι από τους πιο εντυπωσιακούς της κρητικής μυθολογίας, καθώς συνδυάζει λατρευτικά στοιχεία, πολεμικές παραδόσεις και μυστηριώδεις μορφές που, σε ορισμένες περιγραφές, θυμίζουν «μη ανθρώπινα» πλάσματα. Ο μύθος είναι προ-ιστορικός, ενταγμένος στην μυθολογική «εποχή των θεών», πριν από τον Τρωικό Πόλεμο.
Σύμφωνα με τον μύθο, ο Κρόνος, βασιλιάς των Τιτάνων, είχε την προφητεία ότι ένα από τα παιδιά του θα τον εκθρόνιζε. Για να αποτρέψει αυτό το πεπρωμένο, κατάπινε κάθε νεογέννητο παιδί του. Όταν η σύζυγός του Ρέα γέννησε τον Δία, αποφάσισε να τον σώσει. Έτσι ταξίδεψε στην Κρήτη και έκρυψε το βρέφος σε μια σπηλιά: είτε στο Δικταίο Άντρο (στο Ψυχρό) στο όρος Δίκτη, στο Λασίθι, είτε – σύμφωνα με μια δεύτερη εκδοχή – στο Ιδαίο Άντρο, στο όρος Ίδη (στον Ψηλορείτη). Αντί για το νεογέννητο, έδωσε στον Κρόνο μια πέτρα τυλιγμένη σε σπάργανα, τον γνωστό «Βαίτυλο», την οποία εκείνος κατάπιε χωρίς να αντιληφθεί την απάτη. Ο Δίας έμεινε ασφαλής στην Κρήτη, όπου τον φρόντιζαν οι Νύμφες και η αίγα Αμάλθεια. Για να μην ακουστεί το κλάμα του βρέφους, οι Κουρήτες, που είχαν αναλάβει την αποστολή της φύλαξής του, χτυπούσαν ρυθμικά τις ασπίδες τους με τα ξίφη και εκτελούσαν πολεμικό χορό γύρω από τη σπηλιά, καλύπτοντας κάθε ήχο.
Μορφή που θυμίζει «εξωγήινη»
Η πιο παράξενη περιγραφή των Κουρητών προέρχεται κυρίως από συγγράμματα του Διόδωρου Σικελιώτη (Ιστορική Βιβλιοθήκη 5.64), όπου γίνεται λόγος για όντα που «κατέβηκαν από τον ουρανό», σε ορισμένες ερμηνείες ταυτιζόμενα με τους Δακτύλους οι οποίοι συχνά συγχέονται με τους Κουρήτες, ενώ τους αποδίδεται τρομερή γνώση της μεταλλουργίας, η οποία για την εποχή φαινόταν σχεδόν «μαγική». Περιγράφονται ως υψηλόσωμοι, με κράνη που κάλυπταν πλήρως το πρόσωπο, χάλκινες πανοπλίες που «έλαμπαν σαν φως» και ασπίδες που αντανακλούσαν σαν καθρέφτες. Σύμφωνα με ορισμένες αφηγήσεις, έκρυβαν ή κάλυπταν τον οπλισμό τους κάτω από μαύρους μανδύες, ώστε να μην υποψιαστεί ο Κρόνος ότι φυλούσαν τη σπηλιά. Μια ανεπίσημη, λαογραφικού χαρακτήρα αφήγηση τους περιγράφει ακόμη και ως μαύρους, ενώ, στην προσπάθεια να τους αποδοθεί ιστορικός χαρακτήρας, γίνεται λόγος για «μαύρους ανθρώπους από τη Μεσοποταμία» που έπλευσαν στην Κρήτη και τρόμαζαν τους κατοίκους του νησιού με την όψη τους.
Άλλες πηγές που αναφέρουν τους Κουρήτες ή συγγενείς μορφές ως παράξενα όντα είναι:
α) η Θεογονία του Ησίοδου (στ. 477 κ.ε.), με έμμεση αναφορά στη διάσωση του Δία,
β) η Βιβλιοθήκη του Απολλόδωρου (1.1.6–7), με λεπτομερή περιγραφή του κρυψίματος του θεού,
γ) οι Ορφικοί Ύμνοι «Προς Κουρήτας», όπου υμνείται μια τελετουργική επίκληση με εικόνες υπερφυσικών όντων,
δ) τα Διονυσιακά του Νόννου (14.23), όπου εμφανίζονται ως Κορύβαντες με σχεδόν μηχανική, αδιάκοπη κίνηση στον ρυθμικό τους χορό,
ε) μινωικές τοιχογραφίες και μεταλλικά ειδώλια, στα οποία οι μορφές τους παρουσιάζουν αυστηρή συμμετρία και ασυνήθιστη ενδυμασία.
Αυτές οι περιγραφές, σε συνδυασμό με τη «ξαφνική εμφάνισή» τους και τον ρόλο τους ως ουράνιων ή θεϊκών πολεμιστών, έχει οδηγήσει αρκετούς σύγχρονους ερευνητές της μυθολογίας και της αρχαιοαστροναυτικής θεωρίας (όπως ο von Däniken) να τους συγκρίνουν με μορφές τύπου «αρχαίου αστροναύτη». Έρευνα: Harris Koutsiaftis




